Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011






Το Γήρας της Σελήνης

Άλλο ένα χειμωνιάτικο πρωινό άνοιξε τις κρυσταλλιασμένες αγκάλες του στον πρασινωπό λαβύρινθο του ερημωμένου σπιτιού μου, με παρέα τον λαίμαργο καταπιόνα μου & τα ανθισμένα ροζιασμένα τριαντάφυλλα του ξερού κακομοιριασμένου κήπου μου, που για χρόνια έχει να αντικρύσει δάκρυα χαράς στις χωματισμένες ρίζες του.Το Ιουλιανό χρονικό σύστημα μέτρησης σε ημέρες, μήνες, έτη παρέμεινε απατηλό στην βαθιά γερασμένη νεοφιλία μου, υπενθυμίζοντας σαν έναν παλαιό συναξαριστή πρόσωπα αγαπημένα καταχωνιασμένα γερά στην αγκαθένια μου καρδιά ξεριζώνοντας αμέτρητους βασανιστικούς λογισμούς, αφήνοντας κενές τις ξυλογραφημένες αθεράπευτες ουλές να βρίσκονται καλά πελεκημένες στο παραδοσιακό καφετί μπαούλο μου. Έξω ακούγονταν τραγούδια παρελθοντικά από μικρές νεραϊδίσιες φωνές διαπερνώντας με δύναμη τον σπασμένο φωταγωγό της σκισμένης, λεηλατημένης γκρι πολυθρόνας μου απ’ τις άκρες της οποίας άρχιζε να ξετρυπώνεται κρυφά το κόκκινο βαμβάκι των σκιαγραφημένων στα μάτια μου χειλιών της. Ήμουν κι εγώ κάποτε μικρός όταν η νεαρή σελήνη αγκάλιαζε γλυκά τα φτωχά περπατημένα χρόνια μιας ανίατης σιωπηλής ασθένειας για το αύριο χωρίς την απαραίτητη διεργασία στο νου γι’ αυτήν την αλλόκοτη αλληλεπιδραστική χημική ένωση μεταξύ φύσις & κτίσης, ζωής & ζώου. Αμέσως το βουβό σούρουπο άρχιζε να πέφτει στην μήτρα του λυκόφως αφού την δύση του ηλίου διαδέχτηκε η νύχτα με το μεσήλικο φεγγάρι να καίει τις σοβαντισμένες σκαλωσιές των αφύσικων πέτρινων κτιρίων χτισμένων από ασβεστωμένα χέρια αντρών επαναφορτίζοντας την μνήμη με ακάλεστους επισκέπτες, μη αφήνοντας τα δάχτυλα μου να αγγίξουν τον ξανθό αγέλαστο ήλιο, τις αγνές ανεπηρέαστες ακτίνες του με τον απραγματοποίητο σαρκικό πόθο των αισθήσεων στα στήθη να ασπαστούν τα λουλουδιασμένα χείλη της. Οι μέρες του ημερολογίου παρέμεναν στάσιμες στην κύλιση του χρόνου αφού το πρόσωπο της σελήνης ήσαν γερασμένο πια απ’ τα πολλά τα δάκρυα που έχυνε ιεροσυλώντας παρακαλετά την επιστροφή του αόρατου αγγέλου με τις ευχές να λούζουν το προσκέφαλο μήπως και σταματήσω να βλέπω αυτό το απροειδοποίητο τρένο των σκέψεων να στροβιλίζουν τον σαλεμένο ανεμοστρόβιλο του χαμένου ωκεανού μου. Είμαι γέρος τώρα & η καρδιά μου κλαίει χωρίς σταματημό από το ταλαιπωρημένο γήρας της σελήνης που με αντρειά κόπιασε να φωτίσει την γαλάζια αλμύρα του καταβρεγμένου από κορφής με θαλασσινό κογχυλιάτη βράχου, ενός χωσμένου στα κατάβαθα μονοπάτια της μαύρης τρύπας νυκτόβιου σκαντζόχοιρου. Είναι αργά μου φώναξε η γκρεμισμένη πολιτεία νύχτωσε & πρέπει να μπεις στα ζεστά μανίκια της συννεφιασμένης κουβέρτας σου αφού η μέρα έσβησε… Μα Εγώ Δεν Το Πίστεψα… αφού η καρδιά χτυπάει ακόμα στον μαγικό κόσμο του ξεθωριασμένου τόπου μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου