Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011



Κράτα μου το χέρι …

Στο λιμανάκι της γύρω περιοχής με θέα τα θαλασσινά αγκίστρια του ψαρά να αναδένονται στην διχτυωτή θολωτή βάρκα του άρχισαν να αναφαίνονται στις δακρυσμένες κόρες του οφθαλμού μου τα αλιευτικά χειροποίητα εργαλεία του από τα σαγηνευτικά δολώματα & τις τροφικές λάμπες φωτισμού να φωτοβολούν στον υποφερμένο μπερδεμένο κόσμο μου από τις πολλαπλές παρενέργειες των ηλεκτρομαγνητικών ακτινών του περιοδικού φωτός που εκπέμπονταν αερικά στα φουρτουνιασμένα κύματα της αναστατωμένης θαλάσσης με αντίκρισμα την γαλαζωπή απόχρωση να φέγγει στον ασάλευτο πυρήνα του βραχώδη φάρου που στέκονταν σαν βασανισμένη τυρρηνική θάλασσα στο αρχιπέλαγος των αιολίδων μιας γαζωμένης νησιώτικης ακατοίκητης κοιλάδας. Ο γιγάντιος κυπαρισσένιος φάρος διαφώτιζε το γυμνό τοπίο των πεσμένων φθινοπωρινών φίλων κλέβοντας πονηρά την κρυφή λάμψη του μυστηριώδη σιωπηλού φεγγαριού. Μέσα σε αυτήν την μαγευτική σύζευξη μεταξύ φύσις & κτίσης σε πρωτοείδα να με κοιτάς γλυκά με την μαλαματένια σου καρδιά, καθώς θυμάμαι την γνήσια προσφορά σου στο να μου σκεπάσεις τον λιμένα της μαραμένης μου ψυχής από τα χρόνια βαθυστόχαστα προβλήματα που σου επιφυλάσσει το ξημέρωμα & σε θανατώνει το νύχτωμα. Το παραμύθι της ζωής κυλάει όμορφα όταν μέσα σε αυτό είσαι κι εσύ κοντά μου να μου κρατάς το χέρι σφιχτά στο πέρασμα της στιγμιαίας σαρωτικής ανεμοθύελλας μιας & τα παγερά μου δάχτυλα είναι αδύνατον να παραμείνουν ζεστά αν απουσιάζει το στερνό φύσημα του ανοδικού ανέμου σου, να καταγράφεις τρυφερά με τα ανεμομετρικά σου όργανα τον θλιμμένο ανεμοδείκτη μου. Στα ασβεστωμένα λιθόστρωτα σοκάκια της φρεσκοβαμμένης Μήλου μου με τα ηφαιστειογενές πετρώματα να δρουν αλλεπάλληλα στην στοματική κακανθρωπία των ποικιλότροπων οικοδομικών υλικών που γειτόνευαν την κρινόλευκη αμμουδιά μου, το χέρι σου παρέμενε ζεστό σαν έναν σκιώδη ωροδείκτη να γυρνά στον ασταμάτητο ξυλοφάγο μου. Οι ανθοσυνθέσεις σπάνιων λουλουδιών που μου προσέφερες απ’ τους αγνούς σου αναστεναγμούς δεν μαράθηκαν καθώς ποτίζονταν από τον μακρύ σου λαιμό με τις μικρές τρύπες να ξεπροβάλλουν στην άκρη για μια καλύτερη διασπορά των λέξεων σου στην ψυχεδέλεια των αίολων φύλλων της συνειδήσεως μου. Ακόμα & στα χαμογελαστά στραταρίσματα μου δεν έφυγες καθόσουν όρθια με τα ειρηνεμένα απαλά σου δάχτυλα & μου έπλεκες την κάτασπρη πλεξούδα των ομοειδών ανιαρών μαλλιών μου. Η αδελφική συνομιλία μας δεν είναι μια σκέτη παρέα για τον έντονο συναισθηματικό λεπτοδείκτη μου αλλά με συντροφεύει πάντα τις ώρες που είσαι μακριά μου καθώς οι δικές μου λεκτικές αναζητήσεις που αναδένονται ανάμεσα στον οδοντικό φραγμό & τα ιριδίζοντα ροζιασμένα χείλη μου μοιάζουν να είναι ασυγκρότητες στο να σου εκφράσουν τον κρυμμένο συναισθηματικό μου κόσμο που κρατάω για σένα & για μένα αφού πολύ απλά… Είσαι το Ερημωμένο Ησυχαστήριο μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου